απόπειρα

απόπειρα
η (AM ἀπόπειρα)
δοκιμαστική ενέργεια, προσπάθεια
νεοελλ.
1. η πράξη που επιχειρείται με τον δόλο τέλεσης κακουργήματος ή πλημμελήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος, το οποίο όμως δεν πραγματώθηκε πλήρως
2. φρ. α) «απόπειρα συμβιβασμού» (για συζύγους που βρίσκονται σε διάσταση)
β) «απόπειρα αυτοκτονίας».

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ἀποπείρᾳ — ἀποπείρᾱͅ , ἀπόπειρα trial fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόπειρα — trial fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απόπειρα — η προσπάθεια που δεν πέτυχε: Απόπειρα δημιουργίας κόμματος των μεσαίων τάξεων απότυχε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποπειρᾷ — ἀποπειράομαι make trial pres subj mp 2nd sg ἀποπειράομαι make trial pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀποπειράομαι make trial pres subj mp 2nd sg ἀποπειράομαι make trial pres ind mp 2nd sg (epic) ἀποπειράομαι make trial pres subj act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπειρασάμενον — ἀποπειρᾱσάμενον , ἀποπειράομαι make trial aor part mp masc acc sg (attic) ἀποπειρᾱσάμενον , ἀποπειράομαι make trial aor part mp neut nom/voc/acc sg (attic) ἀποπειρᾱσάμενον , ἀποπειράομαι make trial aor part mp masc acc sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπειρασόμενον — ἀποπειρᾱσόμενον , ἀποπειράομαι make trial fut part mp masc acc sg (attic) ἀποπειρᾱσόμενον , ἀποπειράομαι make trial fut part mp neut nom/voc/acc sg (attic) ἀποπειρᾱσόμενον , ἀποπειράομαι make trial fut part mp masc acc sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπειράσει — ἀποπειρά̱σει , ἀποπειράομαι make trial fut ind mp 2nd sg (attic doric aeolic) ἀποπειρά̱σει , ἀποπειράομαι make trial fut ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀποπειρά̱σει , ἀποπειράομαι make trial aor subj act 3rd sg (attic epic) ἀποπειρά̱σει ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπειράσεται — ἀποπειρά̱σεται , ἀποπειράομαι make trial aor subj mp 3rd sg (attic epic) ἀποπειρά̱σεται , ἀποπειράομαι make trial aor subj mp 3rd sg (epic doric aeolic) ἀποπειρά̱σεται , ἀποπειράομαι make trial fut ind mp 3rd sg (attic doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπειράσομαι — ἀποπειρά̱σομαι , ἀποπειράομαι make trial aor subj mp 1st sg (attic epic) ἀποπειρά̱σομαι , ἀποπειράομαι make trial aor subj mp 1st sg (epic doric aeolic) ἀποπειρά̱σομαι , ἀποπειράομαι make trial fut ind mp 1st sg (attic doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπειράσας — ἀποπειρά̱σᾱς , ἀποπειράομαι make trial pres part act fem acc pl (doric) ἀποπειρά̱σᾱς , ἀποπειράομαι make trial pres part act fem gen sg (doric) ἀποπειρά̱σᾱς , ἀποπειράομαι make trial aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”